ΙΜΑΜ ΜΠΑΪΛΝΤΙΣΑΜΕ… Από την Τσαούσα

Όπως έχω αναφέρει παλιότερα, κάποιοι φίλοι Σουηδοί μού είπαν κάποτε πως εμείς οι Έλληνες είμαστε Ανατολίτες ντυμένοι με Ευρωπαϊκά ρούχα.
Τσαντίστηκα τότε, προσβλήθηκα, γιατί ήμουνα μικρή και δεν καταλάβαινα πως έχουν δίκιο.
Τώρα ξέρω πως…είχαν δίκιο.
Συμπληρώνω πως είμαστε τούβλα Μαροκινά και χέστρες Τούρκικες.
Μας ενόχλησε που μαγάρισαν το θωρηκτό Αβέρωφ οι πατσοεφοπλιστές με το πάρτι τους.
Ένας μαλάκας δεν ρώτησε αν πληρώσανε.
Γιατί αν πληρώσανε και μάλιστα χοντρά, ας κάναν και παρτούζα εκεί πάνω.
Ας γαμιόντουσαν μες στα κανόνια κι ας σκουπιζόντουσαν στα καραβόπανα.
Θα έμπαινε ένα συνεργείο καθαριότητας και τέλος.
Η ιστορία δεν αλλάζει, ούτε το θωρηκτό αλλάζει, η χρήση αλλάζει μόνο, κι αυτή για λίγες ώρες.
Και μάλιστα, τέτοιες ώρες.
Αν δεν πληρώσανε λοιπόν, εκεί είναι το πρόβλημα.
Τα νοσοκομεία υποφέρουν κι εμείς κοιτάμε την κατσίκα της Χρουσαλά.
Πλήρωσε η πεθερά της;
Αν δεν πλήρωσε να πληρώσει τώρα σε μορφή προστίμου, και να εγκαινιάσει (θα της αρέσει σίγουρα αυτό) μια νέα εποχή για το θωρηκτό Αβέρωφ:
την ενοικίαση του καταστρώματος για επιδειξουλιές.
Και το θέμα είναι λήξαν.
Προσοχή, μιλάω για πρόστιμο και ενοικίαση του θωρηκτού, και όχι για μπαξίσι.
Πολιτισμένα πράγματα, συμφωνίες, χαρτιά, υπογραφές.
Διότι εμείς τα Ελληνόπουλα τα έχουμε μπερδεμένα λίγο στην κεφάλα μας αυτά, αφού διαθέτουμε φαιά- ιμάμ μπαϊλντί.
Μπερδεύουμε την αμοιβή με το μπαξίσι, και τις συμφωνίες με την καλή μας την καρδιά.
Μην πει κανείς για τα 400 χρόνια σκλαβιάς πάλι, έχουν περάσει άλλα 200 χρόνια απελευθέρωσης και τα κάνουμε γαργάρα.
Για να μην έχουμε αλλάξει νοοτροπία τόσα χρόνια, ε, δεν φταίνε οι Τούρκοι αλλά το Ανατολίτικο DNA μας, και ν΄ αγιάσει το στόμα των Σουηδών.
Κάνω βουτιά απ΄το Αβέρωφ, και μπαίνω στο θέμα μου.
Η ιστορία μου με τον καθηγητή του ΕΣΥ που χειρούργησε τη μάνα μου είχε συνέχεια.
Χθες που την πήγα να την εξετάσει, τελειώνει μαζί της και μου ζητάει να την αφήσω στην αίθουσα αναμονής, ώστε να μιλήσουμε οι δυο μας.
Το έκανα.
Κάθομαι μπροστά στο γραφείο του και τον κοιτάζω. Με ρωτάει:
-Κυρία Τσαούσα, σας ζήτησα εγώ ποτέ φακελάκι για να χειρουργήσω τη μητέρα σας;
-Όχι.
-Το ξέρετε ότι με κάλεσαν σε απολογία επειδή είπατε πως ζήτησα φακελάκι;
-Δεν είπα ότι ζητήσατε ο ίδιος φακελάκι, είπα πως άνθρωπος που εργάζεται εδώ στο νοσοκομείο σας με ενημέρωσε πως χειρουργείτε με φακελάκι και ακόμη ανέφερα πως το ίδιο συνέβη την προηγούμενη φορά που χειρουργήσατε τη μητέρα μου, γι αυτό σας έδωσα 400 Ευρώ και τα πήρατε χωρίς αντίρρηση.
-Μα αυτό δεν ήταν φακελάκι!
-Τι ήταν;
-Αυτό ήταν ένα δώρο από μέρους σας ως ευχαριστία για τις υπηρεσίες που σας πρόσφερα και όχι φακελάκι!
-Συγγνώμη τότε, εγώ το θεώρησα φακελάκι.
Έπρεπε να βάλω τα χρήματα σε νάυλον και να το ονομάσω σακουλάκι.
Σε λίγη ώρα βρισκόμασταν στο γραφείο του Διοικητή μετά από παράκληση του γιατρού να ξεκαθαρίσω πως δεν μου ζήτησε φακελάκι.
Το ξεκαθάρισα.
Αυτό που κατάλαβα ήταν πως ο γνωστός μου μετέφερε λάθος την πληροφορία στον Διοικητή ο οποίος δέχτηκε αυτά που είπα και στον γιατρό, ότι τρίτος με ενημέρωσε πως πρέπει να δώσω φακελάκι.
Καταχάρηκε ο Διοικητής απευθυνόμενος σε μένα, αλλά κοιτώντας τον γιατρό “Ευχαριστώ για την παρουσία σας και την αλήθεια που καταθέσατε, γιατί όποιον πιάσω εδώ να ζητάει φακελάκι του κόβω το κεφάλι επί τόπου !”
Απαντάει ο καθηγητής.
-Η κυρία Τσαούσα λέει πως την προηγούμενη φορά που χειρούργησα τη μητέρα της μου έδωσε 400 Ευρώ -δεν το θυμάμαι, όμως δεν το αμφισβητώ- ως δώρο. Αλλά αυτό δεν είναι φακελάκι.
Ακούω τον Διοικητή να συμφωνεί.
-Βεβαίως δεν είναι.
Τελικά, ο καθηγητής μόνο που δεν με έπιασε στα γλωσσόφιλα από τη χαρά του που κατέθεσα ότι δεν μου ζήτησε ο ίδιος φακελάκι, και ο Διοικητής μου είπε ότι είμαι πολύ ωραία γυναίκα.
Έτσι, τελείωσε αυτή η συνάντηση αφήνοντας και τους τρεις μας ικανοποιημένους.
Τον Διοικητή γιατί στο νοσοκομείο του δεν έχει γιατρούς που τα παίρνουν από τους ασθενείς, τον καθηγητή γιατί καθάρισε το όνομα του, κι εμένα γιατί τσίμπησα κομπλιμέντο για την εμφάνιση μου.
Γυρνώντας στην αίθουσα αναμονής να πάρω τη μάνα μου, τη βρήκα μισολιπόθυμη με δυο νοσοκόμες από πάνω να προσπαθούν να τη συνεφέρουν, γιατί νόμιζε ότι είναι ετοιμοθάνατη και με κάλεσαν οι γιατροί να μου το ανακοινώσουν.
Αναγκάστηκα να την ενημερώσω για ό,τι έγινε τόσες μέρες, επειδή δεν με πίστευε.
Αφού την έπιασε το ενέσιμο ηρεμιστικό, εξέφρασε την ίδια απορία με μένα: όταν σου λένε πρέπει να δώσεις φακελάκι σε κάποιον γιατρό που δεν στο ζητάει, αλλά το παίρνει όταν το δίνεις, βαφτίζοντας το δωράκι, πάμε καλά, ή πάμε για προσκύνημα στη Μέκκα;
Όταν ένας δημόσιος υπάλληλος έχει κοστολογήσει την επιστήμη του ή τις γνώσεις του έστω και με το ζόρι στο ύψος του μισθού που του προσφέρεται, και συμφωνεί με αυτό, δέχεται τη σύμβαση με άλλα λόγια, μπορεί να παίρνει μπαξίσι ακόμα κι αν του το δίνουν με το ζόρι;
Και είναι μπαξίσι, ή δώρο;
Είναι δώρο, ή φακελάκι;
Είναι φακελάκι, ή ο Αλή Πασάς με την κυρά Φροσύνη που τσιμπουκώνονται στη λίμνη;

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *